Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑΣ


Το 1970, η αναλογία του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) ήταν στο 18%. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1980, είχε πάει στο 22%. Το 1990 βρέθηκε στο 71%. Ομως, το στοιχείο αυτό δεν είναι «πραγματικό». Γιατί η ελληνική αγορά κεφαλαίων ήταν ακόμη τότε υπό κρατικό έλεγχο, η διαχείριση των διαθεσίμων γινόταν από την κεντρική διοίκηση και η πολιτική επιτοκίων παρέμενε υπό τον έλεγχο της κεντρικής τράπεζας.
Είναι ορθότερο να μετράμε το μέγεθος του δημόσιου χρέους λίγο αργότερα, το 1992 - 93, όταν πλέον η αγορά κεφαλαίων είχε ανοίξει, ώστε το κόστος δανεισμού να απηχεί πραγματικές συνθήκες. Η αναλογία χρέους προς εθνικό εισόδημα πήγε το 1992 στο 78%. Οταν μάλιστα χρειάστηκε να αντιμετωπισθεί η βαθύτατη ελλειμματικότητα του κρατικού προϋπολογισμού και να καταγραφούν τα κρυφά χρέη του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το χρέος έφτασε στο 98%!
Λογικά, η νέα (αλλά τόσο οπισθοδρομική!) κυβέρνηση, που επανήλθε στα πράγματα, την εποχή εκείνη όφειλε να λάβει έκτακτα μέτρα. Μέτρα εξαιρετικής αυστηρότητας. Προκειμένου να περιοριστεί η ήδη μεγάλη και επικινδύνως καλπάζουσα επιβάρυνση των μελλοντικών γενεών από τα δανεικά. Δεν έκανε τίποτε! Αντιθέτως, ανέτρεψε και όσα (αληθώς αντιδημοφιλή...) είχε κάνει η προηγούμενη κυβέρνηση και αντιμετώπισε την προγραμματισμένη ύφεση διευρύνοντας το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού μέχρι το 21% του ΑΕΠ, επίπεδο που αποτελεί και ρεκόρ όλων των (πλην πολέμων!) εποχών.

Στη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης της χώρας, ο ιστορικός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ δεν βρήκε τους εσωτερικούς πόρους για να βοηθήσει το κράτος, αντιστρέφοντας όσα αρκούντως επιβλαβή είχε πράξει στην οκταετία του. Δεν έκανε δηλαδή τίποτε για να επιστραφούν τα δανεικά κεφάλαια που είχε χρησιμοποιήσει, ως προς την πολιτική τους χροιά, για να ενισχύσει την πολιτική υπεροπλία της κεντροαριστερής παράταξης (που ξεπερνά τα όρια του ΠΑΣΟΚ) και να επιβάλει την κρατικιστική «ιδεολογία», σύμφωνα με την οποία «αριστερό» είναι το κράτος εκείνο που ξοδεύει ακόμη και με άδεια τα ταμεία του!
Το δυστύχημα για τη χώρα ήταν (και παραμένει) ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πολιτικού μας κόσμου πιστεύει πως το σωστό μοντέλο διαχείρισης είναι εκείνο που θέλει την οικονομία να καθοδηγείται, να τροφοδοτείται και να εξαρτάται από το κράτος. Οι τραγικές επιπτώσεις αποκαλύπτονται σήμερα. Και όμως, η πολιτική ηγεσία του τόπου ήταν πλήρως προειδοποιημένη. Αυτή είχε συμφωνήσει, ήδη από το 1991, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, να συμμετάσχει στις διαδικασίες ίδρυσης της Ευρωζώνης και να καταργήσει το εθνικό εκδοτικό νομισματικό δικαίωμα. Αυτή είχε συμφωνήσει, ήδη από το 1986, με την Πράξη για την Ενιαία Αγορά, να ανοίξει πλήρως τα οικονομικά της σύνορα στον ανταγωνισμό προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, μετά το ορόσημο του 1992.
Ομως, ουσιαστικός προγραμματισμός όσων έπρεπε να κάνει η χώρα, για να καταφέρει την ένταξή της στον υπό διαμόρφωση νέο πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν ξεκίνησε παρά με την επικράτηση της εκσυγχρονιστικής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ, το 1996, όταν το κράτος χρωστούσε το 99,4% του ΑΕΠ! Επίπεδο στο οποίο διατηρήθηκε το δημόσιο χρέος μέχρι και το κρίσιμο έτος 2007, όταν διαμορφώθηκε στο 105%. Η πολιτική της «ήπιας προσαρμογής» συντήρησε κατά τρόπο δημοσιονομικώς σκανδαλώδη τεράστια κυβερνητικά ελλείμματα στον προϋπολογισμό.
Μάλιστα, η νέα αυτή πολιτική ελλειμμάτων, απομίμηση της αντίστοιχης πολιτικής που είχε ακολουθήσει στον καιρό του ο Ανδρέας Παπανδρέου, κρατήθηκε σχεδόν «μυστική». Ο απολογισμός της Ολυμπιάδας δεν οδήγησε σε προφανή μέτρα περιορισμού. Η υπερθέρμανση της οικονομίας, από την καλπάζουσα πιστωτική επέκταση του φτηνού ευρώ και την τεράστια εισροή κοινοτικών επιδοτήσεων, δεν αντιμετωπίστηκε με δημοσιονομική «σοφία». Η απότομη έκρηξη του τραπεζικού - ιδιωτικού χρέους (επιχειρήσεων και νοικοκυριών) δεν προβλημάτισε την Τράπεζα της Ελλάδος. Η απόκρυψη κρατικών χρεών στα βιβλία κρατικών επιχειρήσεων (π. χ. ΟΣΕ), η οικονομική αποδιοργάνωση κρίσιμων τομέων του κράτους (π. χ. κόστος και χρέη συστήματος υγείας), ούτε καν η πορεία σύγκρουσης με την έκρηξη χρεών του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο είχε σημαδέψει την εγκατάλειψη της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα του σκληρού ευρώ, δεν συγκίνησαν τους πολιτικούς μας.
Η καταστροφή που ζούμε σήμερα δρομολογήθηκε το 2008. Δεν ήταν μόνον το δημοσιονομικό πρόβλημα. Κατά μέσο όρο, το εξωτερικό έλλειμμα της περιόδου 2000 - 2006 ήταν 12% του ΑΕΠ και έφτασε το 2007 στο 16% του ΑΕΠ. Και όμως, αντί η, επιβεβαιωμένη τον Οκτώβριο 2007, κυβέρνηση Καραμανλή να συντάξει και ακολουθήσει ένα αυστηρό πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας, ταχύτατης αναδιάρθρωσης των περίκλειστων τομέων διαχείρισης προνομίων ορισμένων ομάδων του πληθυσμού, περιορισμού του κόστους παραγωγής και ανάκτησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, έχανε τη μια ανούσια και εξευτελιστική πολιτική «αναμέτρηση» μετά την άλλη. Στην ίδια «παγίδα» πιάστηκε και ο σημερινός πρωθυπουργός. Πίστεψε στην κατάρρευση του αντιπάλου μέσω «σκανδάλων». Εφτασε στο σημείο να νομίζει ότι το πρόβλημα της χώρας είναι να «αλλάξει», όταν η πατρίδα εξέπεμπε σήμα κινδύνου. Είναι δυνατόν να έχουμε τόσο «τυφλούς και ανίκανους» πολιτικούς; Εκ του αποτελέσματος, η απάντηση παραμένει, δυστυχώς, καταφατική!
ΠΗΓΗhttp://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_18/03/2011_1294724

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου