Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

1999-2010:ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ.


Με την ευκαιρία της δημοσιοποίησης από τη Eurostatτων κυβερνητικών χρηματοοοικονομικών στοιχείων για το 2010, μπορούμε να κάνουμε μια αναδρομή στην εξέλιξή τους κατά τα τελευταία 12 χρόνια (δηλαδή από το 1999, τη χρονιά της δημιουργίας του ευρώ) και να δούμε παραστατικά το σημερινό πρόβλημα της χώρας: σε τί συνίσταται και το πώς δημιουργήθηκε.

Το πρόβλημα της χώρας, στην οικονομική τουλάχιστον διάστασή του, είναι δημοσιονομικό. Δηλαδή, το Κράτος, δαπανά περισσότερα απ’ ότι εισπράττει. Και, καθώς το ετήσιο έλλειμμα αναγκαστικά καλύπτεται από δανεισμό, το 2009, η κατάσταση ξεπέρασε τα διαχειρίσιμα όριά της, με τις γνωστές εξελίξεις που ακολούθησαν.


Ας δούμε την εξέλιξη των Κυβερνητικών εσόδων, σαν ποσοστό του ΑΕΠ (δείτε τον παρακάτω πίνακα):
α) Μεταξύ του 1999 και του 2002 βρίσκονται σταθερά πάνω από το 40% του ΑΕΠ.
β) Το 2003 έφθασαν στο 43%, το υψηλότερο σημείο της περιόδου.
γ) Υποχωρούν μετά το 2003 και από τότε δε βρέθηκαν ποτέ πάνω από το 40%.
δ) Φθάνουν στο χαμηλότερο σημείο, στο 37,3% κατά το 2009.
ε) Καθ’ όλο το εξεταζόμενο διάστημα, οι μέσοι όροι Ε-27 (1) και Ε-17 (2) βρίσκονται σε σημαντικά ανώτερα επίπεδα.

Τα χαμηλά έσοδα της Κυβέρνησης, αποτελούν το κυριότερο αίτιο της σημερινής οικονομικής κατάστασης της χώρας.
Το πρόβλημα δεν είναι τόσο οι δαπάνες. Βέβαια και στις δαπάνες υπάρχει πρόβλημα κακής κατανομής, σπατάλης και χαμηλής αποδοτικότητας. Όμως, η πηγή του προβλήματος είναι τα χαμηλά έσοδα.
Εάν κατά τα επόμενα 2 χρόνια, τα έσοδα της Κυβέρνησης κατορθώσουν να φθάσουν στο 42% - 43% και να διατηρηθούν εκεί, τότε θα έχει γίνει ένα πολύ μεγάλο βήμα για το ξεπέρασμα της κρίσης.

Δείτε τα Κυβερνητικά Έσοδα, ως % του ΑΕΠ από το site της Eurostat.

Γιατί όμως τα έσοδα είναι χαμηλά; Αυτό θα το δούμε παρακάτω, από την εξέλιξη των κυβερνητικών εσόδων από τη φορολόγηση του εισοδήματος και της περιουσίας (δείτε τον παραπάνω πίνακα). Παρατηρούμε τα παρακάτω:
α) Σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε-27) ή της Ευρωζώνης (Ε-17), τα έσοδα από τη φορολογία του εισοδήματος και της περιουσίας, παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά. Μάλιστα, από το 2003 και μετά, κινούνται χαμηλότερα του 65% του μέσου όρου της ομάδας Ε-27! Αυτό είναι εξαιρετικά αρνητικό.
β) Η κορύφωση του δείκτη αυτού, σημειώθηκε στο έτος 2000, όταν τα έσοδα αυτής της κατηγορίας έφθασαν στο 9,7% του ΑΕΠ.
γ) Το χαμηλότερο σημείο σημειώθηκε κατά το 2010, όταν έφθασαν στο 7,6%. Και μάλιστα, αυτό σημειώθηκε παρά την ενίσχυση των ελέγχων, αλλά και της είσπραξης των εσόδων από την περαίωση. Βεβαίως, αυτό είναι αποτέλεσμα της ύφεσης της οικονομίας, αλλά και της διατήρησης της λειτουργικότητας των φοροεισπρακτικών μηχανισμών σε χαμηλό επίπεδο.

Γιατί όμως τα έσοδα από τη φορολόγηση του εισοδήματος και της περιουσίας είναι χαμηλά; Λόγω της τεράστιας φοροδιαφυγής!
Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα της χώρας. Πολύ μεγαλύτερο (αν και απόλυτα συσχετισμένο λόγω νοοτροπίας) και από τη διαφθορά και τη σπατάλη του δημόσιου τομέα!
Αν η χώρα δε μπορέσει να επιλύσει το πρόβλημα της φοροδιαφυγής, ποτέ δε θα μπορέσει να ισορροπήσει τα δημόσια οικονομικά της. Και βεβαίως, ποτέ δε θα μπορέσει να υπάρξει μία κοινωνία δικαίου.
Δείτε τον πίνακα Φόροι Εισοδήματος και Περιουσίας, ως % του ΑΕΠ, από το site των στατιστικών στοιχείων της Eurostat.

Στον τομέα των φόρων επί της παραγωγής (αφορά κυρίως σε έμμεσους φόρους), παρατηρούμε ότι (δείτε τον παραπάνω πίνακα):
α) Η Ελλάδα έως και το 2002 βρισκόταν κοντά στους μέσους όρους της ομάδας Ε-27 και Ε-17.
β) Παρατηρείται μία σοβαρή μείωσε σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη, αλλά και σε απόλυτο ποσοστό, από το 2003.
γ) Η μείωση κορυφώθηκε στο 2009, όταν οι φόροι αυτής της κατηγορίας έφθασαν στο 11,1% του ΑΕΠ.
δ) Υπήρξε μία αισθητή βελτίωση κατά το 2010, όταν το ποσοστό έφθασε στο 12,4%.

Από τα παραπάνω στοιχεία, επιβεβαιώνεται ότι, όντως, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας δεν προκύπτει τόσο από τα μειωμένα έσοδα από έμμεσους φόρους, όσο κυρίως από τη φοροδιαφυγή, όπως το αναλύσαμε παραπάνω.



Ας δούμε την πλευρά των κυβερνητικών δαπανών (δείτε τα στοιχεία από τον παραπάνω πίνακα). Παρατηρούμε τα παρακάτω:
α) Επί χρόνια, οι κυβερνητικές δαπάνες κυμαίνονταν μεταξύ του 44% και 46% του ΑΕΠ.
β) Τα παραπάνω ποσοστά, βρίσκονταν κοντά ή και κάτω από τον μέσο όρο των Ε-27 και Ε-17.
γ) Η επιδείνωση ξεκινά από το έτος 2007, όταν έφθασαν στο 46,6%, για να αυξηθούν σε  49,7% κατά το 2008, σε 52,9% (!) κατά το 2009.
δ) Μετά από σκληρές προσπάθειες, υποχώρησαν στο 49,5% κατά το 2010, ενώ αναμένεται να υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο κατά το 2011.

Μπορούμε να σχολιάσουμε ότι, οι δημόσιες δαπάνες, ενώ δεν ήταν τόσο σοβαρό πρόβλημα έως το 2006, έγιναν πρόβλημα από το 2007 και μετά. Αποτέλεσαν μάλιστα και “εφιάλτη” κατά το 2009.
Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά την έλλειψη σχετικού δείκτη, εκτιμάται ότι η αποδοτικότητα των δημοσίων δαπανών στην Ελλάδα είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που με απλά λόγια σημαίνει κατασπατάληση των πόρων.
Δείτε τον πίνακα Κυβερνητικές Δαπάνες, ως % του ΑΕΠ από το site των στατιστικών στοιχείων της Eurostat.


Όλα τα παραπάνω καταλήγουν στο δημοσιονομικό έλλειμμα (δείτε τον παραπάνω πίνακα). Για το ζήτημα αυτό έχουν γραφτεί πολλά μέχρι σήμερα. Ας δούμε όμως μερικά βασικά συμπεράσματα γύρω από την εξέλιξή του:
α) Το δημοσιονομικό έλλειμμα κινούνταν σε διαχειρίσιμα και (με βάση τη σημερινή οπτική) αποδεκτά επίπεδα έως και το 2002.
β) Η κατάσταση άρχισε να “ξεφεύγει” από το έτος 2003, για να γίνει ασφυκτική από το 2008 και εξαιρετικά προβληματική κατά το 2009.
γ) Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος που σημειώθηκε κατά το 2010 (υποχώρηση κατά 4,9 μονάδων του ΑΕΠ, στο 10,5%) είναι πολύ σημαντική. Όμως, κρίθηκε -από τις αγορές- ως ανεπαρκής.

Θα μπορέσει το δημοσιονομικό έλλειμμα να υποχωρήσει κάτω από το 7,5% του ΑΕΠ φέτος; Αυτό είναι το πολύ μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και κοινωνίας. Αν αυτό επιτευχθεί φέτος (θα πρόκειται για πολύ σημαντική εξέλιξη εν μέσω ύφεσης), τότε η χώρα θα έχει ελπίδες ανάκαμψης και θα έχει κερδίσει το “στοίχημα” των αγορών. Αν όχι, τότε θα έχει όντως πολύ σημαντικό πρόβλημα.

Δείτε τον πίνακα Δημοσιονομικό έλλειμμα ως % του ΑΕΠ από το site των στατιστικών στοιχείων της Eurostat. (από την επιλογή “unit” στο επάνω αριστερό τμήμα του πίνακα, μπορείτε να δείτε το έλλειμμα και σε εκατομμύρια ευρώ).

Τέλος, ας εξετάσουμε το στοιχείο το οποίο κυρίως αναφέρεται στις συζητήσεις κατά την παρούσα περίοδο. Αυτό του “πρωτογενούς πλεονάσματος ή ελλείμματος”. Ως “πρωτογενές” ονομάζεται το πλεόνασμα ή το έλλειμμα, το οποίο προκύπτει από τη λειτουργία του Κράτους, χωρίς να περιλαμβάνονται σ’ αυτό οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση των τόκων του χρέους. Από τον παραπάνω πίνακα παρατηρούμε ότι:
α) Έως και το 2002, η Κυβέρνηση παρήγαγε πρωτογενές πλεόνασμα. Δηλαδή, η λειτουργία του Κράτους ήταν πλεονασματική και ότι, το δημοσιονομικό έλλειμμα που εμφανιζόταν έως τότε ήταν αποτέλεσμα της δαπάνης για την πληρωμή των τόκων. Βεβαίως, αυτή η κατάσταση επίσης αύξανε το χρέος, αλλά η αύξησή του ήταν μικρή και ελεγχόμενη.
β) Κατά την περίοδο 2003-2007, το πρωτογενές έλλειμμα κινήθηκε μεταξύ του 0,7% και του 2,6%.
γ) Η κατάσταση επιδεινώθηκε εντυπωσιακά κατά τη διετία 2008 και 2009. Κατά το 2009, η λειτουργία του Κράτους ήταν ελλειμματική κατά 24,3 δισεκατομμύρια ευρώ!
δ) Κατά το 2010 επιτεύχθηκε μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος κατά ποσοστό 5,4% του ΑΕΠ. Εν τούτοις, η λειτουργία του Κράτους παρέμεινε ελλειμματική κατά 11,4 δισεκατομμύρια ευρώ.

Δείτε τον πίνακα Πρωτογενές Κυβερνητικό Αποτέλεσμα, από το site των στατιστικών στοιχείων της Eurostat (από την επιλογή “unit” στο επάνω αριστερό τμήμα του πίνακα, μπορείτε να δείτε το έλλειμμα και σε εκατομμύρια ευρώ).

Τέλος, δείτε τον πίνακα Δημόσιο Χρέος (για την περίοδο 1995-2010) από το site των στατιστικών στοιχείων της Eurostat (από την επιλογή “unit” στο επάνω αριστερό τμήμα του πίνακα, μπορείτε να δείτε το έλλειμμα και σε εκατομμύρια ευρώ).

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη όλων των παραπάνω πινάκων, είναι:

α) Η ελληνική οικονομία -κατά την εξεταζόμενη περίοδο- επιβαρυνόταν με υψηλό χρέος. Το γεγονός αυτό, επιβάρυνε πάντα την ελληνική οικονομία με υψηλές δαπάνες τόκων.
β) Η πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο 1999 - 2002 ήταν ικανοποιητική. Ως “καλύτερη” χρονιά από δημοσιονομικής απόψεως, θα χαρακτηρίζαμε το έτος 2000.
γ) Από το έτος 2003 αρχίζει η επιδείνωση όλων των βασικών των μεγεθών.
δ) Η επιδείνωση κορυφώνεται τη διετία 2008 - 2009, μία διετία όπου το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά περισσότερο από 58 δισεκατομμύρια ευρώ!
ε) Κατά το 2010, υπήρξε όντως μία βελτίωση. Κάποιοι, αναλογιζόμενοι την κατά 4,9% μείωση του ΑΕΠ τη θεωρούν ως μεγάλη και σημαντική και άλλοι -και κυρίως οι αγορές- τη θεωρούν ως ανεπαρκή. Ίσως να είναι μεγάλη και σημαντική, αλλά ίσως να έρχεται και πολύ αργά. Η ουσία είναι ότι το χρέος σήμερα είναι δύσκολα διαχειρίσιμο.
στ) Το ζητούμενο κατά το 2011 είναι να επιτευχθεί η εμφάνιση πρωτογενούς πλεονάσματος, δηλαδή, το δημοσιονομικό έλλειμμα να υποχωρήσει κάτω από το 7,5%. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε θα βελτιωθούν οι προοπτικές επιστροφής της χώρας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
ζ) Η φοροδιαφυγή υπήρξε πάντα το κυρίοτερο πρόβλημα της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας. Παράλληλα, κατά την τελευταία 5ετία, οι υπερβολικές δαπάνες του Κράτους, υπήρξαν ένας από τους καταλυτικούς παράγοντες για τη διολίσθηση της χώρας στη δυσμενή σημερινή της θέση.


(1) Ε-27: Ο μέσος όρος του συνόλου των 27 Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(2) Ε-17: Ο μέσος όρος των 17 Κρατών της Ευρωζώνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου