Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ Ή ΕΠΙΛΟΓΗ ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ;


Οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) για την διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, έχουν αναμοχλεύσει εκ νέου τις συζητήσεις για το μέλλον του ελληνικού χρέους. Στο πλαίσιο αυτό επανήλθαν στο προσκήνιο σενάρια τα οποία δεν είχαν ακουστεί για αρκετό καιρό, ιδιαίτερα μετά την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Ένα από τα σενάρια αυτά αφορά και την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, μια πρόταση η οποία το τελευταίο διάστημα έχει παρουσιαστεί σαν μια λογική εναλλακτική λύση από έγκυρους ακαδημαϊκούς οργανισμούς και αναλυτές, όπως το European Economic Advisory Group (EEAG), και ο καθηγητής Kenneth Rogoff του πανεπιστημίου του Harvard. Παρόμοιες απόψεις έχουν διατυπώσει το τελευταίο διάστημα και αρκετοί επενδυτικοί και χρηματοπιστωτικοί οίκοι. Για αρκετούς βέβαια στην Ελλάδα, αυτού του είδους οι συζητήσεις στην παρούσα συγκυρία, εκλαμβάνονται μάλλον ως προσπάθειες άσκησης πίεσης στην Ελλάδα στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων.
Παρόλα αυτά, επιφανείς ακαδημαϊκοί όπως ο Nuriel Roubini έχουν συστηματικά, και πολύ πριν από την έναρξη των τρεχουσών διαπραγματεύσεων, επιχειρηματολογήσει υπέρ της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Αν και για τους περισσότερους ανεξάρτητους έλληνες αναλυτές το ενδεχόμενο αυτό είναι μάλλον απίθανο και πιθανόν καταστροφικό, όπως φάνηκε από μια πρόσφατη συζήτηση μου με παράγοντα της Ελληνικής χρηματοπιστωτικής αγοράς, η πρόταση εξόδου από την Ευρωζώνη υιοθετείται και από κάποιους έλληνες οικονομικούς αναλυτές, ιδιαίτερα εφόσον τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας, παρά την σημαντική και δύσκολη προσαρμογή που επιχειρείται. Δεδομένων των σημαντικών επιπτώσεων που θα είχε μια τέτοια κίνηση για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, της δημοσιότητας που έχει λάβει τελευταία το θέμα αυτό, και του συνακόλουθου σημαντικού ενδιαφέροντος που καταγράφεται στο γενικό κοινό, θα είχε αξία να προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε την πρόταση αυτή.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν την επιστροφή στην δραχμή, είναι ότι αυτή θα συνοδευτεί με μια σημαντική υποτίμηση (της τάξης του 20% – 30%), η οποία θα έκανε τα ελληνικά προϊόντα πιο ανταγωνιστικά και θα οδηγούσε κατά συνέπεια σε αύξηση των ελληνικών εξαγωγών, με ευεργετικές συνέπειες στην οικονομική ανάπτυξη. Η εξωτερική αυτή υποτίμηση θα υποκαθιστούσε την «εσωτερική» υποτίμηση που επιχειρείται αυτή την στιγμή με την μείωση του κόστους εργασίας. Αυτή η πολιτική θα έδινε χώρο στην Ελλάδα για να «αναπνεύσει» οικονομικά, και να εφαρμόσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, επιστρέφοντας κάποια στιγμή στο μέλλον στο ευρώ, αυτή την φορά με πιο ορθολογικό τρόπο και με τις κατάλληλες προϋποθέσεις.
Εκ πρώτης όψεως, η τοποθέτηση αυτή φαίνεται λογική και πολλά υποσχόμενη. Ωστόσο, η αξιολόγηση μιας τέτοιας πολιτικής θα πρέπει να γίνεται πάντα με γνώμονα τα συγκεκριμένα προβλήματα και προκλήσεις που αντιμετωπίζει κάθε χώρα στην οποία τίθεται το δίλημμα αυτό. Έτσι, στην περίπτωση της Ελλάδας, το σενάριο της επιστροφής στην δραχμή είναι υπερβολικά (και αβάσιμα) αισιόδοξο, αφού αγνοεί σημαντικές παραμέτρους του ελληνικού προβλήματος, οι οποίες εισάγουν έναν υψηλό βαθμό αβεβαιότητας για την πραγματοποίηση των θετικών προβλέψεων του. Οι παράμετροι αυτές, αφορούν τόσο το οικονομικός σκέλος του επιχειρήματος, όσο και το ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας, ένα πλαίσιο που συνήθως αγνοείται από τις οικονομικές αναλύσεις, ιδιαίτερα αυτές που προέρχονται από το εξωτερικό.
Όσον αφορά το οικονομικό σκέλος, υπάρχουν μια σειρά ζητημάτων που θέτουν εν αμφιβόλω το μέγεθος και την σημασία των θετικών οικονομικών επιπτώσεων από μια επιστροφή στην δραχμή. Καταρχήν,  δεν είναι βέβαιο πόσο σημαντική θα ήταν για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μια αύξηση των ελληνικών εξαγωγών. Η εξαγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική όσον αφορά την συνεισφορά της στο Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν (ΑΕΠ). Οι ελληνικές εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκονται γύρω στο 7%, πολύ χαμηλότερα από όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές χώρες (μαζί με την Κύπρο είμαστε οι μόνες χώρες με μονοψήφιο ποσοστό). Είναι ενδεικτικό ότι το αντίστοιχο ποσοστό για την Πορτογαλία, που βρίσκεται επίσης σε δύσκολη οικονομική θέση, ξεπερνά το 20%, ενώ για την Ιρλανδία το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 40% του ΑΕΠ. Επιπλέον, δεν είναι βέβαιο ότι η αύξηση των εξαγωγών θα είναι τόσο σημαντική όσο αναμένεται από μια σημαντική υποτίμηση της δραχμής. Όπως μου επισήμανε σε μια πρόσφατη συζήτηση ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Παγουλάτος, οι ελληνικές εξαγωγές ενσωματώνουν σε σημαντικό βαθμό εισαγόμενα ενδιάμεσα προϊόντα, αναγκαία για την παραγωγή τους (για παράδειγμα στον κλάδο του τουρισμού). Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι η υποτίμηση της δραχμής πιθανόν να μην φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αφού η αύξηση του κόστους αυτών των ενδιάμεσων εισαγόμενων προϊόντων (ως αποτέλεσμα της υποτίμησης), θα μετριάσει (ή ακόμα και ακυρώσει εντελώς) την μείωση της τιμής των ελληνικών προϊόντων, και άρα την αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης τους στο εξωτερικό. Γενικότερα, η υποτίμηση της δραχμής θα αυξήσει τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, και δεδομένου ότι οι εισαγωγές μας είναι υπερδιπλάσιες των εξαγωγών, θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες στην καταναλωτική δαπάνη, και κατά συνέπεια στην οικονομική μεγέθυνση. Σαν αποτέλεσμα θα επέλθει σημαντική μείωση του βιοτικού επιπέδου των ελλήνων πολιτών, με σημαντικό κοινωνικό κόστος και απρόβλεπτες κοινωνικές αντιδράσεις. Τέλος, η υποτίμηση της δραχμής, θα σημάνει, άμεση και αντίστοιχη αύξηση του ελληνικού χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, το οποίο είναι αποτιμημένο σε ευρώ, αυξάνοντας έτσι ακόμη περισσότερο την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές σε σχέση με την βιωσιμότητα του και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η αβεβαιότητα αυτή θα αυξήσει την πίεση των αγορών στην Ελλάδα, καθώς το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του χρέους θα φαντάζει μάλλον αναπόφευκτο, ειδικά για μια χώρα η οποία μετά την έξοδο της από το ευρώ θα έχει ούτως ή άλλως μειωμένη αξιοπιστία στις αγορές.
Η αβεβαιότητα και οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις που σχετίζονται με την οικονομική απόδοση της πολιτικής εξόδου από το ευρώ, επιτείνονται όταν αναλογιστεί κανείς και τις πιθανές επιπλοκές που θα δημιουργούσε μια τέτοια επιλογή στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Για παράδειγμα, είναι πολύ πιθανόν ότι η απόφαση εξόδου από το ευρώ θα συνοδευόταν από προσφυγή στις κάλπες, καθώς η κυβέρνηση θα ζητούσε νομιμοποίηση για μια τόσο σημαντική επιλογή, την οποία αξίζει να σημειωθεί, η  πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού, εξακολουθεί να βλέπει αρνητικά. Με βάση το παρόν οικονομικό κλίμα και τις συνέπειες του για τους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι μια εκλογική αναμέτρηση κάτω από αυτές τις συνθήκες θα παρήγαγε κυβέρνηση αυτοδυναμίας, ή τουλάχιστον αυτοδυναμίας αρκετά ισχυρής ώστε να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Επίσης, το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας, δεδομένης της εμπειρίας που έχουμε για την λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, φαντάζει μάλλον απίθανο. Η πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων είναι ένα κομβικό στοιχείο στο πλαίσιο αυτό. Ακόμα και με την επιλογή εξόδου από το ευρώ, οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την μακροπρόθεσμη επιβίωση της ελληνικής οικονομίας. Η υποτίμηση απλώς δίνει μια «περίοδο χάρητος», όπου οι μεταρρυθμίσεις θα μπορέσουν να πραγματοποιηθούν σε πιο ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες. Ακόμα λοιπόν και αν δεχθεί κανείς αυτή την υπόθεση (η οποία όπως είδαμε προηγουμένως είναι σε μεγάλο βαθμό αβάσιμη και συνεπώς μάλλον απίθανη), η περίοδος μετά την υποτίμηση είναι απλώς ένα μεταβατικό στάδιο όπου θα πρέπει να υλοποιηθούν όλες εκείνες οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα (και όχι την ανταγωνιστικότητα) της ελληνικής οικονομίας. Αυτό που δεν γίνεται συχνά αντιληπτό, ιδιαίτερα από ξένους αναλυτές, είναι ότι η χαμηλή ελληνική παραγωγικότητα είναι αποτέλεσμα ενός περίπλοκου συνδυασμού παραγόντων που συνδέονται με δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού οικονομικού, πολιτικού, θεσμικού αλλά και κοινωνικού γίγνεσθαι, που δεν είναι εύκολο να αλλάξουν από την μια μέρα στην άλλη. Έτσι η όποια ανάσα θα μπορούσε υποθετικά να δοθεί προσωρινά από την αύξηση των εξαγωγών, δεν θα ήταν αρκετή για την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αν δεν συνοδευόταν από σημαντικές δομικές μεταρρυθμίσεις. Στο πλαίσιο αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο, αν όχι εντελώς απίθανο, ότι μια, κατά πάσα πιθανότητα, ασταθής κυβέρνηση οριακής αυτοδυναμίας ή συνεργασίας, θα κατάφερνε να προχωρήσει σε επώδυνες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δυσκολεύεται να υλοποιήσει αυτή την στιγμή μια κυβέρνηση με σχετικά άνετη πλειοψηφία.
Η πιθανότητα αυτή γίνεται ακόμα πιο μικρή αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτή την στιγμή βρισκόμαστε στο ευρώ, και απολαμβάνουμε την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και του γενικότερου οικονομικού πλαισίου του ευρώ. Η αβέβαιη και ασταθής περίοδο πολιτικής διακυβέρνησης (με ή ακόμα και χωρίς εκλογές) που θα ακολουθούσε μια ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πλέον η Ελλάδα δεν θα υπόκειται σε εξωτερικούς περιορισμούς, όπως το σύμφωνο σταθερότητας ή το επερχόμενο σύμφωνο ανταγωνιστικότητας, θα οδηγούσαν κατά πάσα πιθανότητα, σε μια μακροχρόνια περίοδο απραξίας στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων, εν μέσω πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων. Σε αυτές τις συνθήκες μάλλον θα οδηγούμασταν σε μια διαδικασία διαδοχικών υποτιμήσεων, οι οποίες όπως έχει δείξει και η πρόσφατη ιστορική εμπειρία δεν θα επιλύσουν τα δομικά προβλήματα της Ελλάδας (αντίθετα θα επιδεινώσουν το οικονομικό κλίμα μέσω της αύξησης του πληθωρισμού), ενώ είναι πιθανόν να οδηγήσουν και σε σημαντικές κοινωνικές αντιδράσεις. Μια τέτοια εξέλιξη, είναι σίγουρο ότι θα μειώσει την αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα την «μόνιμη» έξοδο από τις αγορές, και την ανάγκη συνεχούς προσφυγής στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.
    Συνεπώς, αν ο στόχος της πολιτικής εξόδου από το ευρώ είναι η αποφυγή ένταξης σε διεθνείς μηχανισμούς οικονομικής βοήθειας και η ανάκτηση της εθνικής «αυτονομίας» στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, το πιθανότερο είναι ότι μια τέτοια επιλογή θα αποτύχει, κινδυνεύοντας μάλιστα να βυθίσει την χώρα και σε μια δύσκολη περίοδο πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων. Συμπερασματικά λοιπόν, θα πρέπει να πούμε ότι η πρόταση εξόδου από το ευρώ ενέχει τεράστιους κινδύνους για την χώρα, στο οικονομικό πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, το κόστος των οποίων σίγουρα δεν μπορεί να καλυφθεί από τα όποια (εξαιρετικά αβέβαια) βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη προκύψουν.

Κατσίκας Δημήτρης ΠΗΓΗhttp://www.tanea.gr/default.asp?pid=43&ct=139&blgid=4625777

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου