Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ



Του Αγγελου Σταγκου
Είναι γενικά παραδεκτό και ταυτόχρονα ζητούμενο ότι η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει. Είναι απόλυτα αναγκαίο, είτε ακολουθεί πολιτική λιτότητας, είτε τα ευρωπαϊκά κέντρα των αποφάσεων αλλάξουν στάση και ακολουθήσουν πολιτική ενίσχυσης της ρευστότητας, είτε παραμείνει στην Ευρωζώνη, είτε βγει από αυτήν. Οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που υποστηρίζουν με φανατισμό ότι η Ευρωζώνη ακολουθεί λανθασμένη πολιτική, θεωρούν ότι προαπαιτούμενα για τη χώρα μας είναι η εξυγίανση των δημοσιονομικών, η θεαματική βελτίωση της διοικητικής μηχανής, η μείωση της γραφειοκρατίας, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, η ελάττωση της αρνητικής διαφοράς στο ισοζύγιο πληρωμών, η πάταξη της διαφθοράς, ο περιορισμός της φοροδιαφυγής, ο εκσυγχρονισμός της λειτουργίας της οικονομίας και άλλα συναφή
.
Ολα αυτά συνιστούν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Τις επιβάλλει η πραγματικότητα και τις απαιτούν οι δανειστές της χώρας, που σημαίνει ότι αν καθιερωθούν θα προέρχονται εκ των άνω και απ’ έξω και όχι επειδή τις ζητεί ο λαός. Αντίθετα, όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος αντιδρά γιατί ανατρέπουν συνήθειες και ήθη, αλλά και κατεστημένα συμφέροντα διαφόρων διαστάσεων και ποικίλων προελεύσεων. Ακόμη περισσότερο, ανατρέπουν τον τρόπο ζωής που για αρκετά μεγάλο διάστημα εξασφάλιζε ένα σχεδόν υψηλό επίπεδο διαβίωσης, το οποίο με τη σειρά του στηριζόταν σε συλλογική «ψευδαίσθηση χρήματος» (money illusion).
Οσο όμως η αναφορά σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις είναι εύκολη, τόσο δύσκολη είναι η απόφαση της θέσπισής τους και ακόμη δυσκολότερη η εφαρμογή τους, ειδικά αν σε πρώτη φάση πλήττουν καθιερωμένες καταστάσεις και συγκεκριμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες. Μεγάλοι μεταρρυθμιστές -όχι επαναστάτες- που έμειναν στην ιστορία, όπως ο Μεγάλος Πέτρος στη Ρωσία και ο Κεμάλ Ατατούρκ στην Τουρκία, επέβαλαν μεταρρυθμίσεις με αποφασιστικότητα ανάμεικτη με αγριότητα, σε εποχές περιορισμένης λαϊκής ελευθερίας. Στην εποχή μας και ιδιαίτερα στη σημερινή Ευρώπη αυτές οι πρακτικές δεν μπορούν να δοκιμασθούν. Μεταρρυθμιστής, προς την κατεύθυνση που έχει επιλέξει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο Ταγίπ Ερντογάν, αλλά εδραιώνει σταδιακά και σε διάρκεια χρόνου τις μεταρρυθμίσεις του, ελέγχοντας σε μεγάλο βαθμό το κράτος, σε συγκυρία οικονομικής ανάπτυξης και με την αποδοχή της πλειοψηφίας των Τούρκων πολιτών.
Στην Ελλάδα οι προσπάθειες για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ήταν περιπετειώδεις και με τις εμπειρίες που έχουμε σήμερα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν ευδοκίμησαν. Ο Ιωάννης Καποδίστριας αποπειράθηκε να θέσει τους νόμους πάνω από τα ήθη και τα έθιμα της εποχής και το πλήρωσε με τη ζωή του. Ο Χαρίλαος Τρικούπης επικέντρωσε τις δικές του προσπάθειες στη βελτίωση των υποδομών και τελικά κήρυξε τη χώρα σε πτώχευση. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις κυρίως με τη στήριξη μεγαλοαστών του απόδημου ελληνισμού, βοηθήθηκε από τους θριάμβους της εδαφικής επέκτασης της χώρας, έκανε και κάποια βήματα εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης, αλλά τελικά έκανε υπαναχωρήσεις και ταυτόχρονα μπλέχτηκε σε κομματικές αντιπαραθέσεις, αφήνοντας πίσω ημιτελές έργο. Μετά τον πόλεμο, οι όποιες προσπάθειες ήταν άτολμες και αποσπασματικές και την κατάσταση «έσωζαν» κατά καιρούς το Σχέδιο Μάρσαλ, η μετανάστευση, οι κοινοτικές επιδοτήσεις και τα δανεικά, μέχρις ότου η γυμνή πραγματικότητα εμφανίστηκε σε όλο της το μεγαλείο.
Τώρα η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις με αποφασιστικότητα και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, αν θέλει να παραμείνει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ακόμη όμως και εκτός Ευρωζώνης θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε αυτές για να επιβιώσει οικονομικά, έστω και πολύ χαμηλό επίπεδο. Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εφαρμοστούν, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Ούτε τα αποτελέσματά τους θα φανούν γρήγορα, όπως νομίζουν όσοι από εμάς τις θεωρούν απαραίτητες. Το πρόβλημα είναι ότι στη δική μας περίπτωση η μισή πολιτική τάξη δεν τολμά, ή άλλη μισή αντιδρά λυσσωδώς, οι οργανωμένες μειοψηφίες δεν τις θέλουν, ο υπόλοιπος λαός αδιαφορεί και δεν ασκεί πίεση προς την κατεύθυνσή τους και όσοι βλέπουν την αναγκαιότητά τους αδημονούν και δεν δείχνουν υπομονή.
ΠΗΓΗ
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_21/04/2012_438715

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου